Feeds:
Άρθρα
Σχόλια

f_diavolo

Και τότε ο Διάβολος βγήκε απο τα σκέλια της, αγέννητος όπως πάντα, δίχως πόνο και στάλα αίμα. Ήταν εκείνος που κάποτε της έκλεινε το μάτι και την έριχνε με βρωμόλογα για της κάνει έρωτα… εκείνος που τώρα κάπου πλανάτε μέσα στο δικό σου κόσμο…
Με πόδια, που δίχως άλλο δεν υπάρχουν και χέρια που απλώνονται σαν ύαινες στα σπλάχνα του μυαλού σου.
Πως?Το μυαλό δεν έχει σπλάχνα? Αγέννητες είναι και οι ιδέες σου…

Διάβολος.. μια νύχτα που ξημέρωσε το θέλημα σου και απο τότε βίζιτες κάνει στην φλέβα σου. Πιπιλάει το γάλα σου απο το στήθος που ζήλεψε ο οργασμός σου, εκείνος που δεν χαρίστηκε… εκείνος που το όνομα του μοιάζει με κατάρα μάγισσας σε χρόνο πίσω απο εμάς.

ΜΙα νύχτα σαν αυτή γυρεύει για να χωθεί ξανά μέσα σου, εκεί που πλέον δεν τρυπώνει κανείς. Κοιτάς τον κάτω κόσμο και χαμογελάς σαν παρθένα σε νεκροταφείο.. αθώα και πονηρά…
πρόστυχα…
και τα χέρια του εγκωβίζουν το κορμί σου, γδέρνουν τις ρόγες απο το στήθος βαφτίζοντας τα κεράσια…
και εκείνα, με αίματο βαμμένα να μένουν καρφωμένα σαν δαχτυλήθρες στις διάφανες ίνες των άκρων του.

Διάβολος…
και μια ευχή σε κυνηγά να κάνεις…
η νύχτα ακόμα παραμένει και εσύ με κοιτάς και σκέφτεσαι
με κοιτάς.. τον κοιτάς και μένεις…

Κάθε που ο Διάβολος βγαίνει να χορέψει
εσύ γεννάς τα παιδιά του…
καλώς όρισες νεογνό μου.

———————————————————–

http://www.musiccorner.gr/?p=26671

Το κύμα ακουμπούσε τα πόδια της και η στάχτη από το τσιγάρο γινόταν ένα με την άμμο, σκορπούσε και εκείνη μαζί με την θλίψη της… Σε εκείνο το ηλιοβασίλεμα που της θύμιζε πολλά. Τα δάκρυα έμοιαζαν με εκείνα… τότε… που τα χείλη της ψέλλιζαν στίχους και τα συναισθήματα γίνονταν ένα με την μουσική.

«Άγονη πλήξη μιας ζωής δίχως έρωτα…» και τα δάκρυα έπλεναν το πρόσωπο της, ξυπνούσαν αναμνήσεις, και ο έρωτας … «ο πρώτος σου έρωτας…» περνούσε η φωνή του σαν ηχώ μέσα από τα αυτιά της, μπερδευόταν στις λέξεις της και τα μάτια της έβλεπαν εκείνον. Να γίνεται εικόνα σε κάθε της τραγούδι, με οποιαδήποτε μορφή, σαν ταινία σινεμά «τρεμοπαίζουν τον άγγελο ή τον δαίμονα στις άκρες των δακτύλων τους» και τα άκρα της ζωντάνευαν, έμοιαζαν με ρίζες που μπλέκονταν μεταξύ τους και έφταναν ως τον ουρανό.
Το τσιγάρο έφυγε από τα χείλη της και βρέθηκε στο χώμα, μα ο καπνός, εκείνος που σαν καμβάς στέκεται μπροστά από την σκιά της, γίνεται ανάμνηση με καρδιές… σκορπάει στον αέρα… και τότε… η φωνή της φώναξε…
«Για τις παλιές αγάπες μη μιλάς
στα πιο μεγάλα θέλω… κάνεις πίσω , ακούς;
δεν άντεξες εδώ και χάθηκες μακριά
κρύφτηκες σε σπηλιές … χαμένων παραδείσων»
Και ο Παράδεισος της στιγματίστηκε με μιας, θύμιζε μονάχα εκείνον… όσα και όσο πάλευε για εκείνον.

Ό,τι αξίζει πονάει, κι είναι δύσκολο, για να μην υποφέρεις φύγε μακριά μου, κρύψου από μένα… και αυτό έκανες, μα εγώ στο έλεγα για αστείο…
δεν ξέρω αν φεύγεις, τώρα, για το λίγο μου ή αν αυτό που νιώθω ήταν πολύ για σένα…
Και το χέρι της χτύπησε την άμμο… και το φεγγάρι έμεινε να την κοιτά και το πολύ έγινε λίγο και το λίγο καθόλου…
«Για τις παλιές αγάπες μην μιλάς»… Μα η φωνή της τρέμει και το τραγούδι ακούγεται από κάποιον που πλησιάζει… οι ρόδες περνούν αργά και ο πόνος της γεννιέται και πάλι.
Φωνή ανδρική και η μουσική σαν χαλί να τυλίγεται μέσα από το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου…
- Μια μοναδική συναυλία για τους Πυξ Λαξ… έρχονται!

Το στόμα της σώπασε. Τα λόγια του άνδρα την έκαναν να θυμηθεί ότι πάλευε να ξεχάσει χρόνια τώρα. Μα χαμογέλασε…
- Σε αγαπώ όπου και αν είσαι…
Και η φωνή της μελωδική, χαραγμένη σε νότες με χρώματα μεδεξένια και εκείνο το βράδυ… Σαββάτου όπως πάντα.
«ότι πονάει, αξίζει κι είναι δύσκολο…»

Τhere is a ghost

http://www.musiccorner.gr/?p=27079

Τhere is a ghost
And it goes out
On the land,
On the land

Η βροχή χτυπούσε ρυθμικά το ύφασμα από την ομπρέλα και εκείνη η μαύρη σκιά από πάνω τους, έκρυβε τα πρόσωπα τους. Μονάχα στάλες που κολυμπούσαν δίπλα τους, πάνω τους… Και η ορμή όλο να μεγαλώνει. Μια στάλα νερό και χώμα. Τόσο έφτανε για να πλάθουν με την λάσπη.
Φαινόταν όλη η πόλη από τον λοφίσκο εκείνο, σημείο που χρόνια τώρα γινόταν η κρυψώνα τους, το οχυρό για τα όνειρα τους. Πάντα βράδυ… κάτω από εκείνη την λάμπα στη μέση του πουθενά… και χιλιάδες λαμπιόνια να λαμπιρίζουν στο σκοτάδι. Εκεί που η πόλη κοιμάται όταν άλλοι ξυπνούν και αναπνέουν.
Ακίνητοι και η ώρα φεύγει…
Το φεγγάρι χάθηκε, τα σύννεφα πέρασαν και το φως καίει τα μάτια τους. Ακίνητοι και ξεθωριασμένοι. Δίχως βροχή, δίχως χώμα πάνω τους. Και εκείνη η μαύρη σκιά να τους πνίγει.
Κόσμος πάει και έρχεται, κοιτά και φεύγει. Στέκεται εκεί, δίχως συναίσθημα… μια φωτογραφία στο κενό μέσα τους και πάλι αντίο. Κανείς δεν τους ρώτησε ποτέ, κανείς δεν έμαθε γιατί μένουν εκεί… γιατί το χρώμα τους είναι λευκό… γιατί τα στόματα τους είναι πάντα κολλημένα το ένα με το άλλο. Και εκείνη η μαύρη σκιά από την ομπρέλα…
Τι σημαίνουν όλα αυτά;
Oh my lover
Oh my lover
Never was there another
Where has my loverman gone ?

Για δες τα γράμματα τι λένε… Αυτά που βρίσκονται σκαλισμένα κάτω από τα πόδια τους. Όχι δεν είναι αρλεκίνοι, ούτε ηθοποιοί σε πόζα… μήτε μαριονέτες…
Εραστές ήταν… Παιδιά που αγάπησαν λίγο από το δικό σου κομμάτι.
There is a dream
You’ve had before
And forgotten many times
So many times

Είναι από εκείνες τις ιστορίες που κλαις, ανατριχιάζεις και αφήνεις το μυαλό σου να ταξιδεύει. Σε χρόνο δίχως ώρα, μονάχα στιγμές… δικές σου… δικές μου…
Ιστορίες που δεν ξέρεις αν υπήρξαν ποτέ πραγματικά, μα τις μπλέκεις με κάτι δικό σου. Φαντάσματα που ξυπνούν και περιτριγυρίζουν. Σου μιλούν και ακούς μουσική. Μια παρτιτούρα από πιάνο και φεύγεις…
Oh my lover
Oh my lover
Go now, go now, find another
Where has my loverman has gone ?
Έτσι έφυγαν και αυτοί… Έτσι νομίζεις… για δες καλύτερα.
Τα αγάλματα δεν φεύγουν, μένουν εκεί δεμένα και σε κοιτούν. Με ένα φιλί στο στόμα, με τα χέρια σφιχτά το ένα μέσα στο άλλο… Λαξευμένα από χέρι αληθινό, από νερό που γέννησαν τα δάκρυα και από χώμα του Θεού.

Κράτα την ομπρέλα εκείνη, θα σου χρειαστεί.
Away, away
Across the land
Across the land
Across the land
———-

j’ veux

———————————————————–

http://www.musiccorner.gr/?p=27604

Το χέρι της γλιστρά ρυθμικά στο πόμολο και η πόρτα με μια πνοή της ανοίγει. Ένας ήλιος πλημμυρίζει το δωμάτιο, τα μαλλιά, τα μάτια … την ψυχή της. Βαθιά ανάσα και τα πνευμόνια γεμίζουν αέρα και ζωή. Τα χείλη της κάτι σιγοτραγουδούν, κάτι μουρμουράνε και τα πόδια της γιομάτο ρυθμό χτυπάνε στο μάρμαρο του δρόμου. Χορευτικές φιγούρες, αλήτικες πιρουέτες και κλακέτες σε μωσαϊκά και τσιμέντα.

Πετάλια αντί για πόδια και πετά ψηλά σε ένα δρόμο στρωμένο από τούβλινα κόκκινα μικρά κομμάτια, που στην μέση έχουν έναν ήλιο ζωγραφισμένο. Στα χείλη καρφιτσωμένο ένα χαμόγελο και τα μαλλιά μακριά και ατίθασα σκορπίζονται στον αέρα…
Je Veux d’ l’ amour, d’ la joie, de la bonne humeur,
ce n’ est pas votre argent qui f’ ra mon bonheur,
moi j’ veux crever la main sur le coeur papalapapapala
allons ensemble, découvrir ma liberté,
oubliez donc tous vos clichés, bienvenue dans ma réalité.

Θέλω αγάπη, χαρά και καλή διάθεση
Δεν είναι τα χρήματά σου που θα με κάνουν ευτυχισμένη
Θέλω να πεθάνω με το χέρι στην καρδιά
Πάμε μαζί, ας ανακαλύψουμε την ελευθερία
Ξέχνα όλα τα στερεότυπα σου, καλώς ήρθες στην δική μου πραγματικότητα
Στάρι, παπαρούνες, λιβάδια αμέτρητα και οι αγρότες την κοιτούν να περνά. Στάση και τα πόδια της βουτάνε στο έδαφος. Πλησιάζει, τους κρατά από το χέρι και τότε ο ρυθμός της μεταδίδεται σαν κόκκος γύρης σε όλη την πλάση.

Μουσικά όργανα εμφανίζονται από το πουθενά, η λύπη φεύγει και ο χορός ξεκινά. Χέρια ψηλά σαν παιδιά που πετούν στα σύννεφα και πόδια να χοροπηδάνε στα στάχια λες και είναι μια σπιθαμή από μπαμπάκι!
J’ en ai marre de vos bonnes manières, c’ est trop pour moi !
Moi je mange avec les mains et j’suis comme ça !
J’ parle fort et je suis franche, excusez moi !
Finie l’ hypocrisie moi j’ me casse de là !
J’ en ai marre des langues de bois !
Regardez moi, toute manière j’ vous en veux pas et j’ suis comme çaaaaaaa (j’suis comme çaaa) papalapapapala
Κουράστηκα με τους καλούς σου τρόπους, είναι υπερβολικοί για ‘μένα
Τρώω με τα χέρια μου, έτσι είμαι
Μιλάω δυνατά και είμαι ειλικρινής, συγγνώμη
Ας τελειώνουμε με την υποκρισία, εγώ σταματάω
Κουράστηκα με τα διφορούμενα λόγια
Κοίταξε με, δεν έχω θυμώσει καν μαζί σου, απλώς έτσι είμαι

Ανέβηκε στο ποδήλατο, ένωσε τα πόδια της με τα πετάλια και ξεκίνησε να πετά ξανά… Ο αέρας κρύφτηκε στην ψυχή της, την φούντωσε και με μια ώθηση την έκανε να φωνάξει…
moi j’ veux crever la main sur le Coeur!!!

———-

http://www.musiccorner.gr/?p=28135

———————————————————–
Τα πόδια της κλωτσούν την άμμο… την διώχνουν, την αφήνουν πέρα από τον κόσμο τους. Τα χέρια λευκά, επιπλέουν στο νερό και το αλάτι κολλημένο στα πλούσια μακριά μαλλιά της.
Λευκός μανδύας για φόρεμα και η μουσική χάνεται μέσα σε ένα κοχύλι, μέσα από τα βράχια… εκεί που γεννιέται κάθε πρωί το όνειρο τους… εκείνη.
Εκείνη που πόθησαν πολλοί, ναύτες και στεριανοί… χρόνια τώρα, προσευχές και τάματα σε μια άγνωστη θεά, σε έναν ερωτηματικό έρωτα.
Η θάλασσα χαμογελάει
με στόμα από αφρό και χείλια απ’ ουρανό
σαν σκοτεινό κορίτσι που τον άνεμο σπάει
πουλώντας το νερό των θαλασσών

Ο μύθος μιλά για την κόρη του νερού, μια οπτασία… μια γυναικεία σκιά που σεργιανά τα βράδια στο λιμάνι. Αφήνει πάντα πίσω της σημάδια, μεθυσμένες και υπνωτισμένες ψυχές να την κυνηγούν … να την αρπάζουν με την απόχη των ματιών τους.
Η θάλασσα χαμογελάει
έχει στόμα από αφρό και μάτια ουρανό
σαν μητέρα που ένα δάκρυ σκορπάει
και πικραίνει το νερό των θαλασσών

Ο τσιγγάνικος μύθος μιλά σιωπηλά, για μιαν αυτόχειρα αγάπη… για την αγάπη μιας κόρης σε ένα κύρη.
Μα εκείνος αρνήθηκε τον έρωτα της, την άφησε να στέκεται σε ένα βράχο κάπου στην άκρη της μοναξιάς. Μονάχη να κρέμεται από τα δίχτυα του, να ψαρεύει μάταια λίγη συμπόνια και αγάπη από τα δικά του χέρια.
Έφυγε μακριά της … αποχαιρετώντας την με ένα κομμάτι ήλιο… αγκυλωμένο στα μαλλιά… αστερίας της Νιόβης, φωτιά της σιωπής…
και εκείνη διψασμένη από έρωτα, πέφτει στα βαθιά νερά.

-Τι μας φέρνεις αγόρι, τι κυλάει στο αίμα σου
-Σας φέρνω το νερό των θαλασσών
-Τι φταίει μητέρα για τα μεγάλα σου δάκρυα
-Κλαίω το νερό των θαλασσών
-Πως γεννιέται η μεγάλη σου πίκρα
-Κύριε πικραίνει το νερό των θαλασσών

Κάθε που βρέχει ξυπνά το όνειρο της και με τον ήλιο θυμάται εκείνον… αν ακουμπήσεις την θάλασσα μην τρομάξεις… εκείνη θα σου κρατά το χέρι και θα σε φέρνει κοντά της…
Μίλα της… ζήτα λίγο από το νερό… την ψυχή της… τον έρωτα της…
Πουλάω το νερό των θαλασσών…
-Que vendes, oh hoven turbia con los senos al aire?
-Vendo,senor,el agua de los mares.
-Que llevas,oh negro joven,mezclado con tu sangre?
-Llevo senor el agua de los mares.
-Esas lagrimas solobres de donde vienen, madre?
-Lloro,senor,el agua de los mares.
-Corazon y esta amargura seria, ?de donde nace?
-Amarga mucho el agua de los mares!
El mar sonrie a lo lejos
Dientes de espuma,labios de cielo.
pulsa aqui para regresar al indice… (teresa salgueiro apo tous madredeus)
Πουλάω το νερό των θαλασσών
Η θάλασσα χαμογελάει …
Πουλάω το νερό των θαλασσών

5

Δεν θυμάμαι τίποτα από εκείνη την ημέρα, μονάχα ο φόβος παλεύει ακόμα στο αίμα μου. Οι παλμοί έτρεχαν μα ήταν όλα σκοτεινά. Αν κολυμπούσα, αν ανέπνεα… τι και πως έβλεπα… ο χρόνος είχε σταματήσει για εμένα εκείνη την στιγμή.
Βλέπω τα καστανόξανθα μαλλιά του κάτω από το νερό, στο ίδιο σημείο που είχα βρεθεί και εγώ λίγο πριν. Όσο θολά τον βλέπω, άλλο τόσο θολά είναι και τα πάντα γύρω μου. Βουλιάζω και βρίσκομαι στην επιφάνεια, ξανά και ξανά. Παίρνω ανάσα, τεντώνω τα χέρια μου και κολυμπάω.
Τα ρούχα μου είναι βαρίδια, με τραβούν στον πάτο και χάνομαι. Κάποιος με τραβά προς τα επάνω και το σώμα μου συσπάτε στο νερό .
“Πνίγομαι.. πνι..»
Αέρας και το νερό με παγώνει στο πρόσωπο, δεν νιώθω το κορμί μου, μα ένα κομμάτι μάζα με πιέζει κάτω από το στήθος. Με κρατά ψηλά μα δεν μπορώ να δω, δεν νιώθω όσα θα ήθελα. Ζαλισμένη και η σκέψη μου μου μιλά μπας και ξυπνήσω. Δεν καταλαβαίνω τι λέω, δεν ξέρω καν αν μιλάω σε εμένα ή σε εσένα.
Ανήμπορη να κουνηθώ, κινώ το σώμα μου σαν παλλόμενη μέδουσα στην τρικυμία. Πετώ σαν μαριονέτα μέσα στο νερό και η ανάσα μου με δυσκολεύει. Ζαλισμένη και με τα χέρια ψάχνω τρόπο να πετάξω τα παπούτσια από τα πόδια μου. Δεν με αφήνει η δύναμη της… και έτσι αργά, πολύ αργά βυθίζομαι.
Νιώθω ένα χέρι να με τραβά στην επιφάνεια, ενώ η ανάσα μου είχε ήδη χαθεί. Η φωνή μ ου σπάει την σιωπή καθώς παλεύω να ανασάνω. Πνίγομαι όσο η πνοή μου βγαίνει με ένα κομμάτι αλμύρα από μέσα μου. Το σώμα μου ακουμπά το δικό του, βρίσκομαι κολλημένη επάνω του και με σέρνει. Διασχίζω το νερό, μα οι αισθήσεις μου χάνονται.
Η καρδιά μου χτυπά από τρόμο μήπως πνιγώ. Ανάσα και ο πανικός να με κυβερνά.
Σπασμωδικές κινήσεις σε δείγμα επιληψίας και εκείνος να με σέρνει, να με κρατά… τα μάτια μου κλείνουν… έκλεισαν.
Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε, μα μπορώ να ανοίξω τα μάτια μου, τα νιώθω. Βλέπω… βλέπω εκείνο το δυνατό φως του ήλιου, μάλλον… εκείνο που ακόμα καίει τα μάτια μου. Τον κοιτάω και τυφλώνομαι , είμαι ζωντανή… και αν όχι; Ακούω την θάλασσα τριγύρω μου, κάτι που θυμάμαι σαν ήχο από πριν. Μα το νερό ακόμα με σπρώχνει, εμένα και τον Γιάννη. Δεν τον βλέπω. Δεν μπορώ να δω την μορφή του , μου είναι αδύνατο. Βρίσκεται πίσω από εμένα και με τραβά, απλά νιώθω την ανάσα του, όσο μπορώ να την διακρίνω.
Ο χρόνος κυλούσε μα για μένα είχε… έχει σταματήσει. Ένα καυτό φως να με καίει στα μάτια, ακόμα πιο έντονο και ζεστό. Βρίσκομαι μουδιασμένη προσπαθώντας να συγκεντρώσω την σκέψη μου. Μου μιλώ για να δείξει ότι είμαι καλά, αλλά το μόνο που μπορώ να σκεφτώ, να πω σαν δεύτερο πρόσωπο είναι συλλαβές, όμως ακόμα τρέμω.
Σιωπή.
Το κορμί μου ζεσταίνεται μα ο φόβος με έχει νεκρώσει. Δεν επιπλέω και το σώμα μου βρίσκεται στάσιμο. Βρέχομαι στα άκρα, μα δεν κινούμαι. Νιώθω ένα ακόμα πετσί κολλημένο επάνω στο δικό μου… το παντελόνι με έχει καθηλώσει με το βάρος του, οι ίνες του βρίσκονται δεμένες γύρω από εμένα. Τα χέρια μου βρήκαν την δύναμη, τα δάχτυλα αισθάνονται κάτι πηκτό και κολλώδες. Τα μάτια μου κλειστά, φοβούνται να ανοίξουν, τρέμουν σε αυτό που θα δουν. Οι αισθήσεις μου παλεύουν σε μια ζυγαριά. Αφή και ακοή… η γεύση μου αλλοιώθηκε από το πολύ αλάτι, η όραση χάθηκε γα λίγο λόγο του έντονου φωτός. Κάνω να μιλήσω μα η φωνή του αρνείται να βγει, ακούω μονάχα τους παλμούς μου.
Το μυαλό μου γυρίζει… νιώθω πως θα λιποθυμήσω. Ανάσες ανάσες… και το στήθος μου φουσκώνει από αέρα. Τα δάκρυα τρέχουν από τα μάτια μου… κλαίω… ξεσπάω. Πονάω παντού, δεν μπορώ να κουνηθώ και ο ήχος από την θάλασσα να μου τρυπά το αυτί. Με τρελαίνει αυτό που άλλοτε αγαπούσα.
Φως… και οι ακτίνες να με καίνε. Πρέπει να δω που είμαι… Ζω ή πέθανα; και ο Γιάννης;
Ω θεέ μου! Η κόρη του ματιού μου άνοιξε, είδε μέσα από τον ήλιο και με δύναμη τέντωσε το μυαλό μου και εκείνο σαν αλυσίδα απλώθηκε στα άκρα. Φωνήεντα σε σχήμα άλφα βγαίνουν από το στόμα μου και κολλάνε λίγο πριν φωνάξουν το όνομα του. Σαν πτώμα σε νεκρική ακαμψία βρέθηκα με την λεκάνη να ακουμπά την βρεγμένη άμμο ενώ ο σπόνδυλος μου να είναι σε ορθή γωνία. Ξανά αυτή η ζάλη… ανάσες
«Σιγά σιγά… πρέπει να αναπνέω αργά.» μια βαθιά ανάσα… δυο… τρεις…
«Ηρέμησε… Γιάννη.» ψέλλιζα το όνομα του. Άνοιξα τα μάτια μου και κοίταξα τριγύρω.
«Εκεί!» προσπάθησα να σηκωθώ μα τα πόδια μου νεκρά. Στάθηκα στα δυο μου χέρια και μπουσουλώντας έφτασα κοντά του. Η λασπουριά με τραβούσε πίσω δυσκολεύοντας με. «Πρέπει!» ξυπόλητη και τα δάχτυλα μου να σπρώχνουν. Ξυπόλητη;
Γύρισα και κοίταξα. Τα παντελόνι σερνόταν και τα πόδια μου κρύβονταν κάτω από αυτό, μα έβλεπα τα άκρα μου να λειτουργούν. Καλό σημάδι αυτό, αρά δεν είχα πάθει κάτι. Και τα παπούτσια; Ίσως τα είχα βγάλει και δεν το θυμάμαι ή ο Γιάννης…
Αστραπιαία το μυαλό μπήκε στην θέση του και συνέχισα. Στάθηκα στα πέλματα, έτρεξα με όση δύναμη μου είχε μείνει. Τα γόνατα μου έτρεμαν αλλά υπερίσχυε η θέληση.
Το πρόσωπο του ήταν χωμένο στην άμμο και τα μαλλιά του είχαν απλωθεί σαν εκείνα της Μέδουσας. Τον γύρισα προσεχτικά, τον ακούμπησα λίγο στο πλαϊ μπας και βγάλει κανένα υγρό. Αλλά τίποτα. Μετά τον έστρεψα στην ευθεία με εμένα και τον άφησα ανάσκελα και ακούμπησα στο στέρνο του.
«Αναπνέει;» Με τα δάχτυλα μου άνοιξα το στόμα του και έκανα τεχνητή αναπνοή. Ανασηκώθηκε και με μιας το στόμα του έβγαλε ήχους, το στήθος του τρεμόπαιζε και έψαχνε για ανάσες.

Πέρασαν δυο νύχτες, τόσες μετρώ από τότε που ξυπνήσαμε. Δεν ξέρω που ήμαστε, αλλά είναι σαν ένας μικρός παράδεισος. Πράσινο αρκετό και έχουμε βρει μια μικρή τρύπα να κοιμόμαστε για αρχή. Δεν είναι ακριβώς σπηλιά, αλλα τουλάχιστον μειώνει τον αέρα τη νύχτα. Έχει δέντρα πολλά, κάτι που από την μια χαίρομαι και από την άλλη σκιάζομαι για το πόσα έντομα έχει και μη θα πρέπει να αντιμετωπίσω εγώ! Ένας άνθρωπος της πόλης, που βλέπει ακρίδα και τρέχει. Αλλα τι να γίνει, θα πρέπει να το κάνω για όσο χρειαστεί να ήμαστε εδώ. Έχει πολύχρωμα και περίεργα φυτά, χουρμαδιές (από όσο λέει ο Γιάννης που ξέρει από αυτά), βατόμουρα και μπανάνες. Κάπου είδα και καρύδες αλλά ακόμα δεν ξέρουμε πως θα καταφέρουμε να τις φτάσουμε. Ένα μικρό ρυάκι που τουλάχιστον μπορούμε να πιούμε από αυτό.
Την πρώτη ημέρα θυμάμαι κοιτούσα πανικόβλητη τι θα κάνουμε. Με είχε πιάσει φαγούρα σε όλο μου το κορμί και σκεφτόμουν αν ήταν καιρός η αλλεργία μου να λάβει τέλος. Μα που ακούστηκε αλλεργία στον ήλιο; Τέλος πάντων , πηγαινοερχόμασταν στην παραλία για να βρούμε κάτι να φάμε, μια σκιά… να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε. Δεν είχαμε δυνάμεις για κάτι παραπάνω από αυτό.
Τρίτο βράδυ και είχε ξαστεριά.
«Το δες το αστέρι που έπεσε;»
«Ποιο από όλα;»
«Εκείνο που έκανα ευχή.»
Γύρισα και τον κοίταξα χαμογελώντας.
« Και τι ευχή έκανες;»
«Εσύ τι λες;»
«Να μείνουμε εδώ;»
Έβαλε τα γέλια. «Τόσο καλά με ξέρεις;»
Ένα μικρό χαμογελάκι χαράχτηκε στο στόμα μου. Κοιτάξαμε και οι δυο στον ουρανό, όπως κάναμε παλιά, τα καλοκαίρια εκείνα κοντά στην σκηνή… κάπου στον Νότο. Ελεύθερη κατασκήνωση και μακριά από όλους… όπως και τώρα. Μόνο που τώρα ήταν διαφορετικά. Δεν είχαμε τίποτα… στην κυριολεξία τίποτα.
«Κρυώνω.» το χέρι του με αγκάλιασε και με αγαλλίασα για λίγο.
«Αύριο λέω να δω πως θα ανάψουμε καμιά φωτιά.»
«Για να κάψουμε το νησί;»
«Ε ναι, έτσι όλο και κάποιος θα μας δει.» βάλαμε τα γέλια.
«Βρε Παρασκευά, τι θα κάνουμε; Κάτω απο άλλες συνθήκες δεν θα με ένοιαζε, αλλά δεν έχουμε τίποτα… πόσο θα αντέξουμε; Ανάθεμα και αν μας ψάχνουν.»
«Θυμάσαι που κάποτε λέγαμε, ότι αυτό που θέλαμε ήταν ένα κομμάτι ουρανός και θάλασσα;»
Έγειρα το κεφάλι μου στον ώμο, χωρίς να υπάρχει λόγος για μιαν απάντηση.
Το πρωινό με βρήκε στην σπηλιά. Ανάσκελα και κάτι να με γαργαλά στην μύτη. Άνοιξα τα μάτια και είδα κάτι μαύρο και χνουδωτό, ένα τέρας πάνω στην μύτη μου. Ήμουν δεν ήμουν πιασμένη πετάχτηκα επάνω και άρχισα να τρέχω στην παραλία ουρλιάζοντας.
«Έλα ρε πούστη μου! Τόσο νησί πάνω μου βρέθηκες;”
Ο Γιάννης έτρεξε κοντά μου κρατώντας κάτι στα χέρια που δεν πρόσεξα.
«Τι έγινε; Ti έπαθες;»
«Μια αράχνη ήταν στην μούρη μου, μεγάλη σαν την παλάμη μου!»
«Ε δεν την λες μεγάλη.» με κοιτούσε και γελούσε ενώ εγώ ξυνόμουν κάνοντας γκριμάτσες αηδίας. Ευτυχώς που δεν με έπιασε καμία αναφυλαξία!
«Καλώς όρισες στην φύση!»
«Δεν μπορώ τα έντομα! Οτιδήποτε τριχωτό μικροσκοπικό και με πιο ψιλά πόδια από εμένα το απεχθάνομαι!» όσο κοπανιάμουν από την ανατριχίλα τα μάτια μου καρφώθηκαν στα χέρια του.
«Ψάρια;! Κρατάς ψάρια; Δεν είμαι φαν αλλα με την πείνα που έχω..»
«Καλά ε, έγινα τρελός ψαράς. Βρήκα ένα καλάμι και του έδεσα μια ίνα από φύλλο μπανανιάς που βρήκα. Του έβαλα και ένα έντομο μικρό που βρήκα και τσίμπησαν. Δεν ξέρω τι είναι αλλα ελπίζω να μην πάθουμε τίποτα.»
Επί δυο ώρες παίζαμε με πέτρες… τίποτα… βρήκαμε κάτι ξύλα… μόνο κάτι αγκίδες κατάφερα να γεμίσω… ή θα τρώγαμε ή θα το κάναμε σούσι.
Το φαγητό με τα πολλά το βολέψαμε, το νερό το ίδιο… μας έλειπε κανά τσιγάρο αλλά δεν ήμασταν και για πειράματα με τα χόρτα εδώ. Μου έλειπε το κρεβάτι μου, ή τέλος πάντων κάτι πιο μαλακό από το χώμα. Το να βουρτσίζω τα δόντια μου έστω και με αλάτι… μα ο καιρός περνούσε και συνηθίζαμε σε ότι είχαμε. Με πέτρα κόβαμε κλαδιά και έτσι σιγά σιγά κάναμε και το πρώτο μας ανατομικό-οικολογικό στρώμα. Το είχαμε καλύψει με φύλλα και από κάτω ξερή λάσπη από την άμμο. Είχαμε κάνει και μια μεγάλη τρύπα για την ανάγκη μας… χημική τουαλέτα και έτσι. Και ήταν όντως χημική, ευτυχώς που ρίχναμε χώμα να λες. Είχαμε φτιάξει και παπούτσια. Κομμάτια ύφασμα από τα ρούχα μας δεμένα με ίνες από φλοιό δέντρου και ύφασμα. Ήταν λες και είχαμε πουγκιά στα πόδια.
Ημέρα φως, νύχτα και άστρα, ναι πέρασαν πολλά από αυτά. Το φαγητό μας γινόταν πιο ανθρώπινο, λόγο φωτιάς και όχι λόγο κυνηγιού. Και να βρισκόταν κάτι δηλαδή δεν υπήρχε περίπτωση να το πλησίαζα λόγο ιδεολογίας.
Θυμάμαι εκείνο το πρωινό που ξεκινήσαμε για εξόρμηση στο νησί. Ξυπνήσαμε αρκετά νωρίς, όπως πλέον κάναμε κάθε ημέρα. Προχωρούσαμε περιμετρικά της παραλία για να μην χαθούμε. Ο ήλιος είχε φτάσει πάνω από τα κεφάλια μας, κάτι που μάλλον σήμαινε μεσημέρι. Πρέπει να είχαν περάσει ώρες όταν σταματήσαμε σε μια σκιά. Σχεδόν όλο το νησί ήταν ίδιο. Ήταν λες και κοιτούσαμε καθρέφτη. Το σκεφτόμασταν να προχωρήσουμε προς το δάσος… κάτι που τελικά το αφήσαμε μέχρι εκεί. Αφήναμε σημάδια με πέτρα, χαράζαμε πάνω σε δέντρα ή την χρησιμοποιούσαμε σαν κιμωλία πάνω σε κάτι βραχώδες.
Οι μέρες περνούσαν κάνοντας τα ίδια πράγματα με διαφορετικό τρόπο. Κολυμπούσαμε σχεδόν όλη μέρα, βρίσκαμε τροφή, καιγόμασταν σαν πρωτόπλαστοι κάτω από τον ήλιο, τρίλιζα στην άμμο και το βράδυ κουβέντα κάτω από τα αστέρια. Ναι φαίνεται πολύ όμορφο για κάτι που μας τρόμαζε, αλλά μάλλον βοηθούσε στο ότι ξέραμε ο ένας τον άλλον, ήμασταν κοντά στην φύση, κάτι που ονειρευόμασταν χρόνια. Ένας δικός μας κόσμος έστω και για λίγο.
Όσο θυμάμαι εκείνο το βράδυ… από την μία γελώ και από την άλλη…
«Έχεις κουραστεί;»
Τα μούσια του είχαν μακρύνει, το ίδιο και τα μαλλιά του. Είχαν αγριέψει από τον ήλιο και την αλμύρα. Το χρώμα του σκούρο από τον ήλιο, οι ρυτίδες φαίνονταν λίγο πιο έντονα και τα χέρια του ήταν σκασμένα. Κάπως έτσι ήμουν και εγώ, με την τρίχα να φωνάζει « είμαι παιδί της Παπαρήγα.»
«Είμαι ελεύθερος…» το στόμα του χαμογέλασε. Ξάπλωσε πίσω και με το βλέμμα στραμμένο στον ουρανό μου είπε: Αν είχα κάποιο μυστικό… θα με συγχωρούσες;»
«Αν είσαι γκέι, δεν νομίζεις ότι είναι λίγο αργά;
«Όχι ρε γαμώτο!» και χαμογέλασε.
«Τι μυστικό;»
« Ε ένα μυστικό.»
«Που θα μου πεις;»
Έμεινε να κοιτά τα αστέρια… πήρε μια βαθιά ανάσα και με κοίταξε. « Εάν σου έλεγα ότι δεν ήμαστε μόνοι;»
Πάγωσα. Γύρισα το κεφάλι μου και τον κοίταξα τόσο έντονα που δεν είχα δύναμη να μιλήσω.
«Τι.. τι εννοείς;»
«Εάν σου έλεγα ότι στην άλλη μεριά του νησιού υπάρχει κόσμος, σπίτια και εμείς τόσο καιρό ζούμε σαν τους Κουρσάρους που τους ξέβρασε το κύμα;»
Παγωμένη και πάλι. Περίμενα να μπει λίγο αίμα στο μυαλό μήπως καταφέρω και μιλήσω.
«Πλάκα κάνεις έτσι;»
«Και όμως, το είδα προχθές.»
«Ρε Γιάννη μαλάκας είσαι; Ένα βρακί, μια αλλαξιά, να μάθουμε που ήμαστε.. κάτι…»

Δεν πήγαμε ποτέ… ακόμα και τώρα το σκεφτόμαστε. Θέλουμε να ζήσουμε λίγο ακόμα το όνειρο και την ελευθερία μας. Το φεγγάρι μεγαλώνει, τα άστρα μένουν καθαρά και λαμπερά … και ευτυχώς δεν έχει ασχοληθεί κανείς με το μικρό κομμάτι του παραδείσου μας.

Εάν ήμουν μόνη τι θα έκανα; Μάλλον θα ξυνόμουν όλοι μέρα από το άγχος….

Ναυάγιο

Τα μακριά εκείνα νεανικά δάχτυλα, του έκλεισαν το στόμα και τα μάτια για ακόμα μια φορά. Το πέταξε σε εκείνο το σκοτεινό μέρος, γιομάτο μικροαντικείμενα, ζεστό μα με την μυρωδιά του αφέντη ακόμα επάνω του. Οι φωνές γίνονταν πιο έντονες μέσα σε εκείνον τον χώρο. Τα φουγάρα βογκούσαν και έκαιγαν, ένιωθε την κάπνα μέσα του, ασφυκτιούσε μα δεν μπορούσε να φωνάξει. Το ένιωθε ακόμα πιο έντονα όταν συναντούσε το φως της ημέρας, την στιγμή που τυφλωνόταν για να σώσει εκείνον. Κάλυπτε τα χείλη εκείνου, για να μην πνιγεί και εκείνο το κόκκινο σάλιο να του δίνει άσχημο χρώμα και οσμή. Μα βρισκόταν ξανά μέσα, γρήγορα και κρυφά… τόσο ύπουλα που δεν πρόφτανε κανείς να τον δει. Ξανά σε εκείνο το αμπάρι που βρισκόταν κολλημένο στο πετσί του φυματικού ραγιά του. Στεκόταν στο στήθος του, μέσα σε εκείνο το ύφασμα, στο ύψος της καρδιάς.

Ήξερε πως το ταξίδι θα ήταν μακρινό, δύσκολο και φυσικά κανένας στο πλήρωμα δεν θα έπρεπε να καταλάβει τίποτα. Τα μάτια του τον πρόδιδαν, κυρίως τα πρωινά με τον ήλιο να μαρτυρά την ευαισθησία του. Το μακάβριο χρώμα στο δέρμα του, το κάλυπτε το κουστούμι εκείνο με την πουκαμίσα και την μανσέτα στον καρπό. Στενός γιακάς που συχνά μπούκωνε με ένα ακόμα μαντήλι… ένα ακόμα ύφασμα επάνω στο τετελεσμένο κορμί του. Ήλπιζε να είναι από το τελευταία ταξίδια, δεν άντεχε άλλο το σκαρί του αυτήν την αλμύρα. Είχε στόχο τον νότο, είχε μάθει ότι εκεί θα υπήρχε το γιατρικό εκείνο που ίσως να του χάριζε την ζωή. Ήταν μόλις 17 και ένιωθε το αίμα μέσα του σάπιο ήδη.
Το βράδυ ξέσπασε μεγάλη αντάρα(κακοκαιρία), ο δρόλαπας(δυνατός αέρας με βροχή) άφησε τα παιδιά του να κάνουν κουμάντο και να αλλάζουν την ρότα της φρεγάτας. Η άρμη έγλυφε το αρμπούρο (κατάρτι) και το πλήρωμα έτρεχε πανικόβλητο. Άρχισε να μπάζουν νερά και στο αμπάρι, εκεί τρόφιμα και μηχανές βρίσκονταν στο έλεος του θεού, μια στάλα ακόμα και ο κόσμος θα μιλά για ναυάγιο. Οι φωνές δυνάμωναν, ούρλιαζαν μέσα από τα σωθικά τους και εκείνος ο βήχας του Ζακ όλο και δυνάμωνε. Άπλωνε με τα δάχτυλα να πιάσει εκεί κοντά στο στέρνο, τον προστάτη του. Εκείνον που ύπουλα φόρτωσε λίγες ημέρες πριν. Η ίδια κίνηση στο στόμα… το σάλιο να ξερνά χρώματα, να πονά από την πίεση στους πνεύμονες και εκείνο να κρύβει την ατέλεια του. Μα τώρα έπρεπε να πλυθεί, είχε δει πως τον κοιτούσε ο μούτσος την ώρα που έβηχε. Ο προστάτης δεν έπρεπε να φανεί λαβωμένος από το δείγμα εκείνο του σίελου.
Το κατάστρωμα γιομάτο νερό και αλάτι, να κάνει κούνια μέσα στην πλανεύτρα και τα βήματα του Ζακ να κατρακυλάνε στην σκάλα προς την κλίνη του. Άφησε το νερό να τρέξει… ήθελε να το κάνει προσεχτικά… με ευγένεια και ρομαντισμό. Να βρέξει λίγο το χέρι του και έπειτα να το αφήσει να στάξει πάνω στις ίνες του. Να το μπανιαρίσει σαν μωρό παιδί, καλά καλά και με τον χρόνο του. Μα ο χρόνος δεν ήταν παρόν στον δικό του κόσμο και το μυαλό του έκανε γρήγορες κινήσεις.
Έμπαζε παντού νερά και τότε ο θόρυβος ακούστηκε. Ένα μπάσο που ταρακούνησε ολόκληρη την φρεγάτα! Τώρα τα νερά ήταν ακόμα πιο πολλά και αρκετοί φώναζαν ότι προσέκρουσαν σε ύφαλο. Πανικός και συνωστισμός για ένα κομμάτι λεύγα. Μια σωτηρία από τον βένθος. (βυθός θάλασσας)

«Οι μέρες πέρασαν, μα εγώ βρισκόμουν ακόμα εκεί, πλάι του. Μα το μέρος τώρα δεν έμοιαζε με την φρεγάτα. Το καταλάβαινες από την μυρωδιά και από τον αέρα. Τα κύματα μας έγδερναν και κάθε τόσο να ακούω μια φωνή στο στέρνο που ακουμπώ
«-όρτσα! Αμόλα…»
Και να νιώθω το κορμί μου ένα κουβάρι μαζί με το νερό. Και μια πίεση πάνω μου, που έμοιαζε από κορμί ξένο.
Η αλμύρα έκαιγε τα σωθικά του, μα δεν ξέρω αν βοηθούσε ή τον έκανε χειρότερα. Όλοι μαζί με αυτόν, 30 εις τον αριθμόν έπλεαν πάνω σε ξύλα και σχοινιά. Άφηναν το κεφάλι τους να ξερνά όπου έβρισκε και να παρακαλά για ένα κομμάτι ήλιο και στεριά. Μέρες δέκα μετρώ και ο αφέντης μου δεν κινείτε… δεν τον ακούω να ανασαίνει και εγώ να παραμένω στα κρυφά μπουντρούμια πίσω από ένα ύφασμα. Μα κάποιος νιώθω να με τραβά, κάποιος γυμνώνει το κορμί του αφέντη… κραυγάζω μα δεν ακούγομαι! – Μη σας λέω! Μην τον τραβάτε σαν αλαφροΐσκιωτη φορεσιά επάνω στο βαρδάρι.
Ένα φώς… και πάνω στο κόκκινο κορμί μου βρέθηκαν χέρια βρώμικα και άγρια. Και τότε τον είδα… τον Ζακ.. τον αφέντη να κείτεται με το κορμί γυμνό και ασθενικό, με αίμα ξερό στο στόμα και εκείνα τα εφηβικά μάτια στα δεκαεφτά τους να έχουν γίνει πελώρια από το πρήξιμο. Δεν ξέρω αν πέθανε από την αρρώστια του ή από εκείνο το λεπίδι που βρίσκεται μέσα στα σωθικά του. Λεφτά δεν είχε, μα τα ρούχα του ήτο ζεστά και καθαρά… και εκείνος καλοσυνάτος μα με βαριά κατάρα στην υγειά του. Και ο βήχας τώρα έβγαινε από το στόμα άλλου και με μιας βρέθηκα επάνω του, να πνίγω την ανάσα του, να ξερνά και να γίνομαι το σφουγγάρι για την δική του χολή.
Αλμύρα, και τα σχοινιά να μην κρατούν πολύ. «Αγάντα!» φώναζαν… μα στον εαυτό τους, όχι στους άλλους. Εκείνους τους έβλεπαν σαν τροφή, θυσία στην μάγισσα που λυσσομανά, στην αποθαλασσιά.»

Εκείνο άλλαξε χέρια, στόματα… πλύθηκε με καταραμένο νερό και με κρασί έτοιμο να κάψει κάθε πληγή, να βρέξει τις αμαρτίες των πιστών και ωσάν θεία κοινωνία να δίνει άφεση στους πνιγμένους τιμωρούς. Από το καρνάγιο έως τα πηδάλια έβρισκες και ένα ήρωα του εαυτού του. Μα κανείς δεν είχε σκεφτεί το αύριο, όλοι πλέον παρακαλούσαν τον θάνατο… την λύτρωση.. την στεριά και λίγο χώμα.
Η νύχτα έφυγε και η πίστη φώναζε στα πρόσωπα τους, άκουγαν τον θεό άραγε;
Και τα μάτια όσων είχαν απομείνει άνοιξαν, και στάθηκαν με ανάστημα λειψό απέναντι από ένα σκαρί που τύφλωνε το φως, μια σκιά που προσκυνούσαν και φώναζαν για θαύμα. Και ξάφνου εκείνο το κορμί που χρώμα από αίμα είχε, πιάστηκε στο χέρι ενός με χρώμα σκούρο. Το σήκωσε στον αέρα και με χαρωπό χαιρετισμό, έκανε σήμα κουνώντας το για βοήθεια. Λες και ήτο σημαία, μια δάδα με σβηστή φωτιά που κουβαλούσε χρόνια πίσω την αρρώστια όλων.

«Ανεμίζω και κοιτώ την λευτεριά, την λύτρωση όλων. Νιώθω ωσάν πανί θρεμμένο από τον θάνατο, μα σαν σημαία καλό βοήθεια. Έχασα το βάρος μου, ξέφτισα και έγινα ένας από αυτούς… να ανεμίζω σε μια οφθαλμαπάτη, πάνω από τα νερά, σκαρφαλωμένο στο βαρέλι για ένα κομμάτι οινόπνευμα.»

Το χέρι που τον κρατούσε γλίστρησε και έπεσε στα νερά, βάφτισε πόνο την τραγωδία, με ένα κομμάτι πανί από το χέρι άλλου. Ένας ακόμα στα νερά, μα δεν του έδωκαν σημασία. Οι άλλοι κοιτούσαν το κομμάτι της σάρκας τους και την ελπίδα για το παπόρι που θα τους έσωζε. Έναν έναν και όλους μαζί.
Το κόκκινο κορμί που το όνομα προστάτη είχε πάρει, τώρα γινόταν η ψυχή της λευτεριά τους. Μια ερυθρή σημαία των νεκρών, που από συρτάρι βρέθηκε να ταξιδεύει πάνω σε νερά.

«Ημέρα τελευταία και βρέθηκα ξανά να κείτομαι στο στόμα κάποιου άλλου… μυρίζει φορμόλη και θάνατο… και τα πανιά στο κατάρτι έγιναν ένα σαν και εμέ.»
Δεν μιλούσε… δεν έβλεπε… μα ήταν εκείνος που φίμωσε τα στόματα πολλών, ήταν εκείνο που έραψαν πάνω στην ιστορία μας.

υ.γ. βασισμένο στο πίνακα “Μέδουσα”του Ζερικώ

Ποιος μπορεί ν’αντέξει μιαν αγάπη,
δίχως άλλο
αφού εσύ ο ίδιος δεν μπορείς ν’άντέξεις
την αγάπη της δικής σου της ζωής.

Γιατί όταν πονά η καρδιά, είναι απ’ τα δάκρυα σου,
εκείνα που άλλοι έφτιαξαν για να παρηγορηθούν.

Μα εσύ στερνή καρδιά πονάς για ν’ αγαπήσεις
και άλλοι αγαπούν με πόνο στην καρδιά
Ψάχνεις μέσα στα λάθη σου και προσκυνάς
τον Άδη,
Θεός που ονομάσανε του έρωτα θαρρώ
οι πονεμένοι γιατρικό δεν έχουν σαν πεθάνουν
μονάχα την αγάπη τους έχουν για βωμό,

Θυσίες κάνουν εκεί συχνά με χίλιες
κλαίουσες κυρές
και όρκο πως ποτέ δεν θα αγαπήσουν ξανά
Μα τσαρλατάνος βγαίνει και γελά
και δείχνει μες τα στήθη,
εκεί που σημάδι με μπογιά εσύ έχεις βάλει.

Κόκκινο χρώμα της φωτιάς ν’ανάβει, να μην σβήνει
και με τα δάχτυλα ν’απλώνει ζωγραφιές..

εκείνες που μνήμες γεννούν στα πιο αθώα μάτια
και στεναγμούς μελωδικούς βγάζουν απ’τα στέρνα.

Πολύς λαός εθρήνησε αγάπη δίχως ταίρι
μα πιο πολύ εμίσησε το ψέμα της φυγής.

-Πες μου που είσαι;
Άφησε τον αέρα να της μιλήσει, να την οδηγήσει μέσα από τους ήχους της εποχής. Χειμώνας… και της χάρισε ένα κύμα, κατάλαβε ότι είναι στην θάλασσα, χαμένη ίσως κάπου στην άμμο. Περπάτησε ως εκεί και στάθηκε στην μέση μιας παραλίας. Ήταν τόσο μεγάλη που στα δεξιά της είχε μια σπηλιά, στο κέντρο μια μορφή κόκκινη που το κουνούσε βίαια ο αέρας και μπροστά της νερό, πολύ νερό.
Ήταν σαν να της έδειχνε το σημείο, την φυσούσε γλυκά γύρω από το αυτί “εκεί πήγαινε, στο χρώμα”. Τα βήματα της χάνονταν στην κίτρινη άμμο, τα σημάδια της τα έπαιρνε ο χειμώνας, μα εκείνη ήθελε να φτάσει κοντά της. Ακολουθούσε το έντονο κόκκινο, άκουγε τον άνεμο να της λέει να πάει κοντά του…
Τα πορφυρά της φύλλα έμειναν κλειστά και ενωμένα, “Μην φυσάς το φόρεμα μου!”.Το κοτσάνι της χοροπήδησε πάνω στην άμμο και έφτασε μέσα στην σπηλιά “Μου τσάκισες ένα φύλλο, κακέ αέρα” είπε με θλίψη.
Την άκουσε να στεναχωριέται και ξαφνικά την είδε να αλλάζει χρώμα. Το κόκκινο ρομαντικό είχε φύγει από το φόρεμα της και το μαύρο είχε γίνει η σκιά της. Χρώμα σπάνιο για το είδος της, ακριβό για τα γούστα κάποιον… μα το βλέμμα εκείνου που έκλεβε τις στιγμές της, βρισκόταν εκεί, πίσω από τα λόγια της και το άρωμα της.
“Γιατί κλαις;” της ψιθύρισε.
“Χάλασε το φόρεμα μου, τώρα είμαι άσχημη, μισή, κανείς δεν θα με θέλει.”
“Και όμως είσαι τόσο σπάνια, σου πάει αυτό το χρώμα .”της χαμογέλασε και πλησίασε προς το μέρος της. ” Ξέρεις μου θυμίζεις ένα παραμύθι. Μιλούσε για ένα κορίτσι που έμενε σε ένα τριαντάφυλλο ή ήταν το τριαντάφυλλο… και ο πλανήτης της…”
Άκουγε με προσοχή την ιστορία της και για το πόσο όμορφη είναι η φυλή της. Μια φυλή που ζούσε σε λιβάδια πολύχρωμα σαν και εκείνη, κάθε μέρα πάρτυ είχαν. Άλλαζαν συχνά χώρα και μέρος, απο το γρασίδι θα μπορούσαν να βρεθούν μέσα σε ένα βάζο, σ’ενα στεφανάκι, σε μια ζωγραφιά. Την άκουγε και ένιωθε τον κάθε τόνο της φωνής της να φτερουγίζει μέσα της και έτσι άνοιγε σιγά και δειλά τα φύλλα της.
Το μαύρο έγινε μωβ, πορτοκαλί, κόκκινο, ροζ… στο λευκό έφτασε όταν της είπε..
“Σε νοιάζομαι για αυτό είμαι εδώ, θέλεις να γίνουμε φίλες;”
“Ναι θέλω” αποκρίθηκε” δεν έχω πολλού φίλους, αλλά ξέρω ότι κάποιοι με νοιάζονται. Πως σε λένε;” και κούνησε τα φύλλα της.
“Άνθρωπο εσένα;” “Τουλίπα…”
Και έτσι ο άνθρωπος, με μαλλιά μακριά στο χρώμα της φίλης της πλέον και θηλυκό ανάστημα έβαλε στην χούφτα του την τουλίπα, εκείνη που χρώμα αλλάζει και μένει πάντα στην φαντασία μας.
Μα ο ήχος χάθηκε, η χούφτα άδειασε και το χρώμα έγινε θολό… τα χέρια γίνανε αυτιά και κινήσεις έκαναν πάνω κάτω, αριστερά δεξιά και γλώσσα που μιλιά δεν έχει.
Το κορίτσι έμενε σε 4 τοίχους, σε ένα κόσμο δίχως ήχο, δίχως χρώμα… και όλα αυτά πάνω σε ένα έδρανο, μια ζωγραφιά, μια σχολική τιμωρία που την έκανε να αποκοιμηθεί πάνω στο όνειρο της τουλίπας.

Που είσαστε μούσες μου νυχτιάτικα???
Ψάχνουν αερικά μέσα σε όνειρα ανδρών
Κλέβουν τις λέξεις και τις κάνουν παραμάνες
Που κοιμίζουν τα μωρά στις ακτές των στεναγμών

Που άλογα κάνουν τα μαλλιά τους για να καλπάζουν
στα κορμιά υπνωτισμένων εραστών
πλέκουν την μοίρα σου απόψε και στα δάχτυλα κρεμνάνε ξωτικά..
αφήνουν μύθους να φωνάζουν την μορφή τους
και σαν ξημέρωμα φανεί,
μέσα σε χούφτα απο βύσσινα γίνονται φυλαχτό.

Παλαιότερα άρθρα »

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.